Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Πολιτική διαχείριση της υγείας στην οικονομική κρίση

Οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην υγεία συνιστούν ενα δημοφιλές θέμα συζήτησης,μεταξύ των επιστημόνων, των πολιτικών και ευρύτερα της κοινής γνώμης,στη χώρα αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα, όπως συνάγεται απο το πλήθος των διασκέψεων και των δημοσιευμάτων τα οποία σχετίζονται με το θέμα αυτό.

(απο matrix24.gr, Γιάννης Κυριόπουλος)
Για πολλαπλούς λόγους, οι οποίοι συνδέονται με τη "γενετική" του τομέα της υγείας, τη λειτουργία του ως μηχανισμού συναίνεσης και νομιμοποίησης (και ως εκ τούτου αναπαραγωγής του status quo), αλλά και κοινωνικής "συμμόρφωσης", το σύστημα υγείας διαδραματίζει σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό ρόλο με μείζονα συμβολή στις πολιτικές διαδικασίες.

Στον πυρήνα αυτών των φαινομένων, η "βιομηχανία ιατρικής περίθαλψης" συγκροτείται ως ενα πεδίο ταξικής σύγκρουσης, το οποίο επισυμβαίνει μεταξύ του ιατροτεχνολογικού συμπλέγματος (το οποίο ιδιοποιείται το κοινωνικό πλεόνασμα) και τη κοινωνία. Η κοινωνία όμως, αδυνατεί δια των κλασικών πολιτικών αντιπροσωπευτικών σχημάτων να ασκήσει αφ' ενός την οφειλόμενη εποπτεία για τον προσδιορισμό και την προτεραιοποίηση των αναγκών υγείας και αφ' ετέρου τον έλεγχο για την αποδοτική κατανομή των σπάνιων πόρων.
Κατά συνέπεια, το ζήτημα αυτό συγκροτεί τον πυρήνα της τρέχουσας πολιτικής ρητορικής, η οποία με εννοιολογικά στερεότυπα και λεκτικούς φορμαλισμούς επιχειρεί να αποκρύψει τον κοινωνικό χαρακτήρα της υγειονομικής κρίσης και να συσκοτίσει τη ταξική αιτιολογία των ενδημικών και μειζόνων ανισοτήτων οι οποίες επικυριαρχούν στην υγεία και την ιατρική περίθαλψη.
Υπό το πρίσμα αυτό, η πολιτική συζήτηση -σε αντίθεση με τα πραγματικά προβλήματα- επικεντρώνεται στη ρητορική (ψευδο)υπερτίμηση ή υποτίμηση του επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στις υπηρεσίες υγείας και ελάχιστα στην υγεία και δι' αυτής επιχειρείται εν παντί τρόπω ο οικονομικός και ακόμη ο πολιτικός έλεγχος του υγειονομικού τομέα.
Στο πλαίσιο αυτό, ως κορυφαία παραδείγματα αναδεικνύονται η υποτίμηση της συμβολής της ανεργίας και της επαπειλούμενης εργασίας στη κατάθλιψη, την αυτοκτονικότητα και την ισχαιμική νόσο καθώς και η ευρεία αποασφάλιση του πληθυσμού, ως θέματος μείζονος (αρνητικής) ιστορικής σημασίας.
Αντιθέτως, παρατηρείται υπερτίμηση των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης στη ποσοτική αναφορά της θνησιμότητας (γενικώς και αορίστως) και στο επίπεδο των σχετικών (για τους χρήστες) τιμών στις υπηρεσίες υγείας, θέματα τα οποία αν και έχουν την αυτόνομη σημασία τους, δεν συμβαίνουν επί του παρόντος ή δεν έχουν την επίπτωση η οποία αποδίδεται.
Αμφότερες όμως, εκτρέπουν από την ανάγκη σαφούς και πραγματιστικής αποτίμησης της υφιστάμενης κατάστασης και αντίταξης σε αυτήν των κατάλληλων πολιτικών, πράγμα το οποίο δεν καθίσταται εφικτό υπό τις παρούσες πολιτικές συνθήκες.
Η υπερτίμηση των βλαπτικών επιπτώσεων κινητοποιείται προφανώς από ιδεολογικά στερεότυπα και ευκαιριακά κίνητρα πολιτικής κερδοσκοπίας και χαρακτηρίζουν τα όντως σημαντικά (αλλά προβλεπτά και αντιμετωπίσιμα) προβλήματα ως "ανθρωπιστική κρίση" (φαινόμενο καθολικών διαστάσεων), ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πλήγματα "ταξικής φύσης" (εστίαση του φαινομένου στη χαμηλή κοινωνική κλιμάκωση) πράγμα το οποίο εμποδίζει την ορθή διάγνωση του φαινομένου και δρα παραλυτικά στη προσπάθεια ελέγχου και διαχείρισης του προβλήματος.
Ενίοτε, η επίκληση της ανθρωπιστικής κρίσης χρησιμοποιείται ως πρόσχημα αποφυγής των διαρθρωτικών αλλαγών οι οποίες θεωρείται ότι πλήττουν την elite του συλλογικού ιατρικού μονοπωλίου η ακόμη κινητοποιούν ευκαιριακές παρεμβάσεις μείζονος πολιτικής υπεραξίας.
Από την άλλη πλευρά, η υποτίμηση του φαινομένου εμφανίζει τα πλήγματα της κρίσης ως αποσπασματικά και οριακά και συνδέεται με την απόπειρα υποστήριξης της κρατούσας τάξης και της κυρίαρχης θέσης του ιατρικού σώματος και κυρίως με τη προσπάθεια αποτροπής των διαδικασιών "απονομιμοποίησης" του υγειονομικού τομέα.
Αμφότερες οι προσεγγίσεις, επιχειρούν με -άλλοτε άλλη μέθοδο και επιτυχία- τη συγκάλυψη της πολιτικής και κοινωνικής διάστασης της κρίσης και τη διατήρηση της επικυριαρχίας του ιατροτεχνολογικού συμπλέγματος με την προβολή και υποστήριξη άτυπων δραστηριοτήτων υγειονομικής κάλυψης από μη κρατικούς φορείς (εκκλησία, μέσα ενημέρωσης, αυτοδιοίκηση και ανθρωπιστικές οργανώσεις).
Είναι βέβαιο, ότι η εμπλοκή αυτών των φορέων χαρακτηρίζεται από υψηλό ηθικό φορτίο και επιτυχή πολιτικοϊδεολογική διείσδυση αλλά έχει αμφίβολη κοινωνική αποδοτικότητα και -για πολλούς- αμφιλεγόμενη πολιτική σκόπευση.
Προσφάτως, η επέκταση της διεθνούς επιτροπείας με την εισαγωγή του τρίτου "μνημονίου" θέτει εκ νέου το δίλημμα "λιτότητα ή αποδοτικότητα" και κατά συνέπεια τίθεται ως προτεραιότητα η αναζήτηση των αναγκαίων και κατάλληλων διαρθρωτικών αλλαγών στην υγεία , πέραν και άνω της "μνημονιακής" σκόπευσης για την επίτευξη της δημοσιονομικής ισορροπίας.
Οι αλλαγές αυτές, στη περίπτωση της υγειονομικής πολιτικής εστιάζονται κυρίως στη ανεύρεση σχήματος καθολικής ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού (αντί-ΕΟΠΥΥ) και αποκατάστασης των δικτύων πρωτοβάθμιας φροντίδας (αντί-ΠΕΔΥ), τα οποία ευρίσκονται υπό κατάρρευση μετά την εφαρμογή των "μνημονιακών" (ψευδο)μεταρρυθμίσεων.
Σε αμφότερες τις παρεμβάσεις, οφείλεται να διασφαλισθεί η ευχερής πρόσβαση σε ανεκτές και αναλογικές τιμές χρήματος και χρόνου τη στιγμή της ανταλλαγής και επίσης η αποτροπή του "στίγματος" κοινωνικής διάκρισης (για τους άνεργους, τους φτωχούς και τους ανασφάλιστους) χαρακτηριστικά τα οποία εγχαράσσονται από τις ακολουθούμενες πολιτικές και οι οποίες αναπαράγουν την αναποτελεσματικότητα και διευρύνουν επί τα χείρω τις ανισότητες.
Είναι προφανές, ότι η δραματική μείωση των οικονομικών και τεχνολογικών πόρων στην υγεία επιβάλλει τη κινητοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών για τη διασφάλιση της επάρκειας της φροντίδας σε περιοριστικές συνθήκες με επίκεντρο τη καθολική ασφάλιση και τη πρωτοβάθμια περίθαλψη, ζητήματα τα οποία ουδόλως συζητούνται στη παρούσα πολιτική συγκυρία.
Η ρητορική και πολιτική πενία επί των θεμάτων αυτών και η σχεδόν πλήρης απουσία (σοβαρών και τεκμηριωμένων) προγραμματικών αναφορών στο πολιτικό διάλογο της συγκυρίας, καταδεικνύει αφ' ενός ότι το ζήτημα αυτό δεν συνιστά (κακώς) προτεραιότητα για το πολιτικό σύστημα και αφ' ετέρου ότι ο έλεγχος στη λήψη αποφάσεων ευρίσκεται υπό τη πλήρη κυριαρχία του ιατροτεχνολογικού συμπλέγματος.
Εν κατακλείδι, η υγεία και η πολιτική υγείας (παρά την ύπαρξη μηχανισμών απόκρυψης) είναι ένα πεδίο ιδεολογικών, πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων οι οποίες ενδημούν στη χώρα και απειλούν την ασταθή βιωσιμότητα του συστήματος υγείας και τη νομιμοποίηση της κρατούσας πολιτικής και κοινωνικής τάξης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου